Τσαούσης (από το çavuş): Αρχικά σήμαινε λοχίας, αλλά σήμερα το λέμε για άνθρωπο αυταρχικό ή πολύ δραστήριο (π.χ. «είναι τσαούσα»).
Παπούτσι (από το pabuç): Το υπόδημα.
Τσέπη (από το cep): Η θήκη στα ρούχα.
Ντουλάπι (από το dolap): Ο αποθηκευτικός χώρος.
Χαλί (από το halı): Το υφαντό στρώμα δαπέδου.
Ρεζίλι (από το rezil): Η ντροπή, ο διασυρμός (π.χ. «έγινα ρεζίλι»).
Ντέρτι (από το dert): Ο καημός, ο μεγάλος πόνος ή η στενοχώρια.
Μπατιρίζω (από το batırmak): Χρεοκοπώ, ξεμένω από χρήματα (ο μπατίρης).
Η λέξη μουστερής προέρχεται από την τουρκική λέξη müşteri, η οποία σημαίνει ο πελάτης ή ο αγοραστής
Η λέξη ράφι προέρχεται από την τουρκική λέξη raf, η οποία με τη σειρά της ετυμολογείται από την περσική رف (raf)
Η λέξη ρεμάλι προέρχεται από την τουρκική λέξη remmal, η οποία με τη σειρά της ετυμολογείται από την αραβική λέξη raml (άμμος).
Τουρκική (remmal): Σήμαινε τον αστρολόγο ή τον μάντη που έκανε προβλέψεις ρίχνοντας άμμο ή σχέδια στην άμμο (αμμομαντεία).
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου