Η ονομασία Χαρβατι (όπως η παλαιότερη ονομασία της Παλλήνης Αττικής ή ο οικισμός στις Μυκήνες) προέρχεται πιθανότατα από το παλαιοσλαβικό *Hrvati, που σημαίνει «Κροάτης»,
Η λέξη Παλλήνη προέρχεται από την αρχαία ελληνική γλώσσα και συνδέεται άμεσα με τη μυθολογία και την ιστορία της περιοχής. [1, 2, 3]
- Το ρήμα πάλλω: Σύμφωνα με γλωσσικές αναλύσεις και παραδόσεις, το όνομα συνδέεται με το αρχαίο ρήμα πάλλω (που σημαίνει τινάζω, δονώ, κλονίζω ή κρατώ και τινάζω το ακόντιο). Από το ίδιο θέμα προέρχονται λέξεις όπως Παλλάς (προσωνύμιο της θεάς Αθηνάς ως κρατήτριας του δόρατος) και πάλληξ (το παλικάρι).
- τσιρακι
· · Τουρκική ρίζα: Η λέξη προέρχεται από την τουρκική λέξη çırak, η οποία σημαίνει τον μαθητευόμενο σε μια τέχνη, τον καλφά ή τον νεαρό βοηθό ενός τεχνίτη. [1, 2]
· · Aλλαγή σημασίας: Αρχικά, η λέξη χρησιμοποιούνταν ουδέτερα ή θετικά για τον νέο που μάθαινε μια δουλειά κοντά σε έναν έμπειρο μάστορα (τον «παραγιό»). Με το πέρασμα του χρόνου, η σημασία της μετατοπίστηκε αρνητικά, περιγράφοντας όχι πια τον εκπαιδευόμενο τεχνίτη, αλλά όποιον εξαρτάται δουλικά από κάποιον
·
Ψαλιδι
Το ψαλίδι προέρχεται από τη μεσαιωνική ελληνική λέξη ψαλίδι, η οποία αποτελεί εξέλιξη του ελληνιστικού υποκοριστικού ψαλίδιον, από το αρχαιοελληνικό θηλυκό ουσιαστικό ψαλίς (γενική ψαλίδος).
- Αρχαία ρίζα: Η αρχαία λέξη ψαλίς προέρχεται πιθανότατα από το ρήμα ψάλλω (που αρχικά σήμαινε «πάλλω, τεντώνω και αφήνω τις χορδές μουσικού οργάνου»).
- Σημασιολογική εξέλιξη: Στην αρχαιότητα, η ψαλίς αρχικά δήλωνε κάτι που είχε καμπύλο ή τοξωτό σχήμα (όπως η κίνηση ή η καμπύλη των χορδών/τόξων, ή αρχιτεκτονικοί κυλινδρικοί θόλοι και αψίδες).
- Μετάβαση στο εργαλείο: Επειδή το διπλό κοπτικό εργαλείο σχημάτιζε τόξο ή άνοιγμα παρόμοιο με αψίδα/καμάρα, η ονομασία μεταφέρθηκε στο εργαλείο κοπής (το ψαλίδι)
τυφλος
από το αρχαίο ελληνικό επίθετο τυφλός, το οποίο συνδέεται ετυμολογικά με το ρήμα τύφω (που σημαίνει «βγάζω καπνό, καπνίζω, θολώνω»). ]
- Τύφω: Σημαίνει δημιουργώ καπνό ή θολούρα. >>>τυφωνας
- Αρχικά η λέξη περιέγραφε αυτόν που έχει «θολή» όραση, σαν να βλέπει μέσα από καπνό, και σταδιακά κατέληξε να σημαίνει αυτόν που δεν βλέπει καθόλου
- .
Η λέξη αντάρτης προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό ρήμα ανταίρω (από το αντί + αίρω), που σημαίνει σηκώνω κάτι εναντίον κάποιου, εξεγείρω ή αντιπαρατίθεμαι. [1]
- Αντί: δηλώνει την εναντίωση, την αντίθεση.
- Αίρω: σημαίνει σηκώνω, υψώνω.
- Ανταίρω: αυτός που υψώνει ανάστημα, που επαναστατεί ή σηκώνει όπλα εναντίον της εξουσίας
Η λέξη νταρντάνα προέρχεται από την ιταλική λέξη tartana, η οποία δηλώνει ένα παραδοσιακό αλιευτικό ή φορτηγό ιστιοφόρο σκάφος με φαρδιά γραμμή και καμπύλες.
- Αρχική σημασία: Αναφερόταν στο ομώνυμο πλοίο (ταρτάνα), το οποίο διέθετε πλούσιο εξαρτισμό σε έναν μοναδικό ιστό (κατάρτι) και ξεχώριζε για το φαρδύ, γεροδεμένο σχήμα του. [1, 2]
- Μεταφορική σημασία: Η ονομασία πέρασε στη λαϊκή γλώσσα για να περιγράψει μια ψηλή, εύσωμη, γεροδεμένη και εντυπωσιακή γυναίκα, λόγω του φαρδιού και «μεγαλόσωμου» σχήματος που θύμιζε το συγκεκριμένο πλοίο
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου