Τουρκικά Δάνεια (Τα πιο συχνά)
Η τουρκική επίδραση είναι η ισχυρότερη στο ρεμπέτικο λεξιλόγιο: [1]
- Αλάνης: < τουρκ. alan (ανοιχτός χώρος, αλάνα). Στο ρεμπέτικο σημαίνει το παιδί του δρόμου, ο αλήτης.
- Μεράκι: < τουρκ. merak (ανησυχία, περιέργεια, ισχυρή επιθυμία). Στα ελληνικά απέκτησε τη σημασία του πάθους και της καλλιτεχνικής έντασης.
- Σεβντάς: < τουρκ. sevda (έρωτας, πάθος, μελαγχολία).
- Γιαβουκλού: < τουρκ. yavuklu (η μνηστή, η αγαπημένη).
- Ντερβίσης: < τουρκ. derviş (μέλος μουσουλμανικού ασκητικού τάγματος). Στην αργκό σήμαινε τον ντόμπρο, μάγκα και φιλότιμο άνθρωπο.
- Ντέρτι: < τουρκ. dert (βάσανο, καημός, πόνος).
- Βερεσέ: < τουρκ. veresiye (επί πιστώσει). Στη φράση «τα παίρνω βερεσέ», σημαίνει ότι δεν δίνω σημασία. [1, 2]
- Τουρκική ρίζα: Στα τουρκικά, το cura σημαίνει ο μικρός, ο λίγος ή κάτι το ελαχιστό. [1, 2]
- Μουσικό όργανο (τζουράς): Στην τουρκική οργανοποιία χαρακτηρίζει τον μικρό ταμπουρά, ονομασία που πέρασε στην ελληνική λαϊκή μουσική παράδοση για το μικρότερο ξάδερφο του μπουζουκιού.
2. Ιταλικά & Βενετσιάνικα Δάνεια
Λόγω της ναυτικής ζωής στα λιμάνια (Πειραιάς, Σύρος), τα ιταλικά άφησαν έντονο αποτύπωμα: [1]
- Μαγκιόρος: < ιταλ. maggiore (ανώτερος, μεγαλύτερος). Σήμαινε τον ικανό, τον αρχηγό, τον ζόρικο.
- Μόρτης: < ιταλ. beccamorti (νεκροθάφτης/τυμβωρύχος κατά την περίοδο της πανούκλας, που επιβίωνε ρισκάροντας τη ζωή του). Κατέληξε να σημαίνει τον ατίθασο άνθρωπο του δρόμου.
- Αγάντα: < ιταλ. agguantare (ναυτικό παράγγελμα για κράτημα). Στο ρεμπέτικο σημαίνει «κάνε υπομονή, βάστα γερά».
- Φίνο: < ιταλ. fino (εκλεκτό, λεπτό). Χρησιμοποιείται για κάτι το εξαιρετικό (π.χ. «φίνο μάγκα»). [1, 2]
3. Αλβανικά Δάνεια
- Βλάμης: < αλβαν. vlam / vëllam
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου