ΟΙ «ΓΥΠΕΣ» ΠΑΝΩ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
Όταν η κλιματική–οικονομική κρίση γίνεται το μεγαλύτερο επενδυτικό σχέδιο
ΟΤΑΝ ΤΟ ΔΑΣΟΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΧΑΡΤΟΦΥΛΑΚΙΟ
Ποιοι κερδίζουν όταν η φωτιά τελειώνει;
Υπάρχει μια ερώτηση που σχεδόν ποτέ δεν κάνουμε όταν κοιτάμε ένα καμένο δάσος:
Τι αξία είχε πριν καεί και τι οικονομική αξία μπορεί να αποκτήσει αφού καεί;
Γιατί η φωτιά δεν είναι μόνο μια οικολογική και κοινωνική καταστροφή. Είναι και ένας βίαιος μετασχηματισμός του χώρου. Και κάθε μετασχηματισμός δημιουργεί, κάπου στην αλυσίδα, οικονομικές προσδοκίες.
Εδώ βρίσκεται ίσως η πιο σκοτεινή πλευρά της νέας εποχής: το δάσος δεν αντιμετωπίζεται πλέον μόνο ως οικοσύστημα. Μπορεί να αντιμετωπιστεί ως asset. Ως περιουσιακό στοιχείο. Ως χαρτοφυλάκιο. Ως μελλοντική απόδοση.
Και όταν η φύση μετατρέπεται σε οικονομικό προϊόν, η φωτιά αποκτά μια νέα διάσταση που πρέπει να εξετάσουμε χωρίς ιδεολογικές παρωπίδες.
Ας είμαστε όμως απολύτως καθαροί: δεν υπάρχει βάση για να λέμε ότι τα venture capitals, τα futures ή τα επενδυτικά κεφάλαια βάζουν φωτιές στα δάση. Αυτό θα ήταν μια αυθαίρετη και επικίνδυνη γενίκευση.
Υπάρχει όμως ένα πολύ σοβαρότερο ερώτημα:
Ποιο οικονομικό σύστημα δημιουργείται γύρω από τη γη, το δάσος, τον άνθρακα, τις ΑΠΕ και τις αλλαγές χρήσεων γης μετά την καταστροφή;
Κι εδώ αναφύεται μια δεύτερη ερώτηση που πρέπει, πλέον, να τεθεί χωρίς φόβο:
Μπορεί μια πραγματική περιβαλλοντική απειλή να μετατραπεί σε οικονομικό μηχανισμό δημιουργίας νέων αγορών, νέων επενδύσεων και νέων πεδίων κέρδους;
Η ερώτηση δεν αμφισβητεί την επιστήμη.
Αμφισβητεί κάτι άλλο: ποιος αποφασίζει πώς θα αντιμετωπιστεί η κρίση, ποιος θα χρηματοδοτήσει τη λύση και ποιος θα κερδίσει από αυτήν.
Γιατί η λέξη «κρίση» έχει μια τεράστια πολιτική δύναμη.
Η κρίση δημιουργεί φόβο. Και ο φόβος κάμπτει τη λογική.
Ο φοβισμένος πολίτης δεν ζητά σύνθετες λύσεις. Ζητά σωτηρία.
«Κάντε κάτι τώρα».
«Δεν υπάρχει χρόνος».
«Πρέπει να προλάβουμε».
Και κάπου εκεί αρχίζει η επικίνδυνη πολιτική μετάβαση από την κανονικότητα στην εξαίρεση.
Οι διαδικασίες πρέπει να επιταχυνθούν.
Οι περιβαλλοντικοί έλεγχοι θεωρούνται καθυστέρηση.
Η διαβούλευση γίνεται πολυτέλεια.
Οι ελεγκτικοί μηχανισμοί της Δημοκρατίας αντιμετωπίζονται σαν εμπόδιο στην «ανθεκτικότητα».
Και έτσι η κλιματική–οικονομική κρίση μπορεί να γίνει το ιδανικό περιβάλλον για την επιτάχυνση επενδύσεων.
Γιατί πίσω από κάθε fast track διαδικασία υπάρχει κάτι που δεν πρέπει να ξεχνάμε:
χρήμα.
Και πολύ συχνά, όταν το κράτος ανοίγει μια μεγάλη αγορά μέσα σε συνθήκες φόβου και επείγοντος, οι ισχυρότεροι είναι εκείνοι που διαθέτουν το κεφάλαιο, την τεχνογνωσία, τους νομικούς συμβούλους και την πρόσβαση στους μηχανισμούς λήψης αποφάσεων.
Η ΚΡΙΣΗ ΩΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΗ ΕΥΚΑΙΡΙΑ
Μπορεί η επονομαζόμενη, αριστοτεχνικά, κλιματική κρίση, από πρόβλημα της κοινωνίας να μετατραπεί σε επενδυτική ευκαιρία για κάποιους;
Η απάντηση είναι ότι ήδη υπάρχει ένα τεράστιο χρηματοπιστωτικό οικοσύστημα γύρω από την ενεργειακή μετάβαση, τις υποδομές, το νερό, τον άνθρακα, τις πρώτες ύλες και την κλιματική προσαρμογή.
Δεν χρειάζεται να αναζητήσουμε κρυφές αγορές.
Βρίσκονται μπροστά μας.
Η επενδυτική πλατφόρμα Freedom24, για παράδειγμα, διαφημίζει πρόσβαση σε πάνω από ένα εκατομμύριο χρηματοπιστωτικά μέσα, μεταξύ άλλων μετοχές, ETFs, ομόλογα, futures και stock options, σε χρηματιστήρια ΗΠΑ, Ευρώπης και Ασίας.
Η ίδια πλατφόρμα προσφέρει χιλιάδες ETFs που δίνουν έκθεση σε κλάδους, εμπορεύματα και δείκτες, ενώ στα διαθέσιμα ETFs περιλαμβάνονται προϊόντα μεγάλων διαχειριστών όπως η BlackRock και η Vanguard.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η Freedom24 «επενδύει στις φωτιές» ή ότι κάθε επενδυτής κερδίζει από μια φυσική καταστροφή. Μια τέτοια σύνδεση θα ήταν αυθαίρετη.
Αποδεικνύει όμως κάτι πολύ σημαντικό:
Η σύγχρονη οικονομία έχει δημιουργήσει μηχανισμούς ώστε ο επενδυτής να μπορεί να τοποθετεί κεφάλαιο σε ολόκληρους κλάδους, τάσεις και αγορές που συνδέονται με την πράσινη μετάβαση, τις υποδομές και τους κινδύνους του κλίματος.
Και εδώ αρχίζει η μεγάλη πολιτική συζήτηση.
ΑΠΟ ΤΗΝ ΚΛΙΜΑΤΙΚΗ ΚΡΙΣΗ ΣΤΗΝ «ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑ»
Το πρώτο βήμα είναι φαινομενικά αυτονόητο:
κλιματική κρίση → ανάγκη κλιματικής ανθεκτικότητας.
Χρειαζόμαστε λοιπόν αντιπλημμυρικά.
Νέα δίκτυα.
Φράγματα.
Ταμιευτήρες.
Έργα ύδρευσης.
Αποκαταστάσεις.
Νέες ενεργειακές υποδομές.
Δίκτυα μεταφοράς.
Αποθήκευση ενέργειας.
Αναδασώσεις.
Έργα προστασίας από φυσικές καταστροφές.
Και εδώ εμφανίζεται ένας δεύτερος κρίκος:
μεγάλα έργα → μεγάλα συμβόλαια → μεγάλα κεφάλαια.
Τα κεφάλαια αυτά μπορεί να είναι δημόσια.
Μπορεί να είναι ευρωπαϊκά.
Μπορεί να είναι ιδιωτικά.
Μπορεί να είναι ίδια κεφάλαια μεγάλων εταιρειών.
Μπορεί να είναι συνδυασμοί όλων των παραπάνω.
Το κρίσιμο ερώτημα όμως είναι:
ποιος αποκτά τελικά τον έλεγχο της υποδομής και των φυσικών πόρων που βρίσκονται πίσω από αυτήν;
Γιατί μια αντιπλημμυρική πολιτική δεν αφορά μόνο το τσιμέντο.
Αφορά τις λεκάνες απορροής.
Το έδαφος.
Τα ρέματα.
Τα δάση.
Τα φράγματα.
Τους ταμιευτήρες.
Το νερό.
Και το νερό είναι διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο αγαθό.
ΤΟ ΝΕΡΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΕΝΑ ΑΚΟΜΗ ASSET
Η BlackRock, ένας από τους μεγαλύτερους διαχειριστές κεφαλαίων στον κόσμο, έχει ήδη αναλύσει το water stress ως παράγοντα που αφορά τα επενδυτικά χαρτοφυλάκια και έχει εξετάσει κινδύνους όπως λειψυδρία, υδατική εξάντληση, πτώση υπόγειων υδάτων και πλημμυρικούς κινδύνους σε διαφορετικούς κλάδους της οικονομίας.
Σε νεότερη έκθεσή της αντιμετωπίζει το φυσικό κεφάλαιο —μεταξύ άλλων τη χρήση γης, την αποψίλωση και το νερό— ως παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τις μακροπρόθεσμες χρηματοοικονομικές αποδόσεις επιχειρήσεων.
Αυτό είναι απολύτως λογικό από τη σκοπιά ενός επενδυτή.
Αλλά από τη σκοπιά της κοινωνίας δημιουργεί ένα τεράστιο πολιτικό ερώτημα:
Πότε η προστασία ενός φυσικού πόρου μετατρέπεται σε οικονομικό έλεγχο πάνω στον ίδιο τον πόρο;
Το νερό είναι, σε κρίσιμες υποδομές δικτύων, φυσικό μονοπώλιο. Δεν μπορεί μια κοινωνία να κατασκευάσει πέντε ανταγωνιστικά δίκτυα ύδρευσης όπως μπορεί να επιλέξει πέντε καταστήματα.
Γι' αυτό το νερό δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται απλώς ως ακόμη ένα επενδυτικό asset.
Το νερό είναι προϋπόθεση ζωής.
Και εδώ η συζήτηση γίνεται πολιτική.
Το Σύνταγμα είναι σαφές: η προστασία του περιβάλλοντος είναι υποχρέωση του κράτους και η μεταβολή του προορισμού των δασών και των δασικών εκτάσεων απαγορεύεται, με τη στενή συνταγματική εξαίρεση που αφορά άλλη χρήση που επιβάλλεται για λόγους δημοσίου συμφέροντος ή εθνικής οικονομίας.
Και εδώ εδράζεται ένα από τα πιο κρίσιμα νομικοπολιτικά σημεία της συζήτησης.
Η Ολομέλεια του ΣτΕ, με την απόφαση 2499/2012, αντιμετώπισε το ειδικό ζήτημα της δυνατότητας επέμβασης σε αναδασωτέες εκτάσεις για έργα ιδιαίτερης εθνικής & οικονομικής σημασίας, την εγκατάσταση Ανεμογεννητριών δηλαδή μέσα στο καμένο δάσος του Ελικώνα στη Θίσβη Βοιωτίας (κλιματική κρίση γαρ). Η απόφαση δεν σήμαινε ότι ο καθένας μπορούσε να κάνει ό, τι σε ένα καμένο δάσος. Όμως αποτέλεσε την κερκόπορτα για την είσοδό εφεξής των ΑΠΕ σε αναδασωτέες – καμένες δασικές εκτάσεις.
Δυστυχώς η σημασία αυτής της απόφασης είναι τεράστια.
Γιατί από τη στιγμή που ένα έργο μπορεί, υπό εξαιρετικές προϋποθέσεις, να ενταχθεί στη λογική της ιδιαίτερης εθνικής ή οικονομικής σημασίας, ανοίγει ένας κρίσιμος χώρος πολιτικής ερμηνείας:
Ποιος αποφασίζει τι είναι «δημόσιο συμφέρον»;
Ποιος αποφασίζει τι είναι «εθνική οικονομία»;
Και ακόμη περισσότερο:
Τι θα συμβεί όταν η γλώσσα της «κλιματικής ανθεκτικότητας» αρχίσει να χρησιμοποιείται για να περιγράψει όλο και περισσότερες επενδύσεις πάνω στη γη, στο νερό και στις υποδομές;
Εδώ πρέπει να είμαστε εξαιρετικά προσεκτικοί.
Δεν μπορούμε να πούμε ότι η απόφαση του 2012 «επιτρέπει τα πάντα».
Μπορούμε όμως να πούμε ότι δημιούργησε μια πολύ σημαντική νομολογιακή βάση για συγκεκριμένες επεμβάσεις σε αναδασωτέες εκτάσεις όταν επικαλούνται ιδιαίτερη κοινωνική, εθνική ή οικονομική σημασία.
Και αυτή ακριβώς η εξαίρεση χρειάζεται σήμερα τον αυστηρότερο δυνατό δημοκρατικό έλεγχο.
Φανταστείτε τώρα ολόκληρη την αλυσίδα:
Φωτιά → καμένη γη → κλιματικός κίνδυνος → ανάγκη ανθεκτικότητας → δημόσια χρηματοδότηση → ιδιωτικά κεφάλαια → μεγάλο έργο → υποδομή → φυσικός πόρος.
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάποιος προκάλεσε τη φωτιά.
Η σοβαρή πολιτική κριτική δεν χρειάζεται τέτοιες θεωρίες.
Αναφύεται, όμως, κάτι πολύ ισχυρότερο:
η ανάγκη να ελεγχθεί τι συμβαίνει μετά την καταστροφή.
Γιατί τότε αρχίζουν οι πραγματικές οικονομικές ανακατατάξεις.
Η γη αποκτά νέες πιέσεις.
Οι υποδομές πρέπει να ανακατασκευαστούν.
Τα δημόσια κονδύλια κατευθύνονται.
Οι μελέτες ανατίθενται.
Τα έργα σχεδιάζονται.
Οι συμβάσεις υπογράφονται.
Και η φύση αρχίζει να μεταφράζεται σε αριθμούς.
ΟΙ «ΓΥΠΕΣ» ΔΕΝ ΧΡΕΙΑΖΕΤΑΙ ΝΑ ΕΧΟΥΝ ΒΑΛΕΙ ΤΗ ΦΩΤΙΑ
Μπορεί να τους βολεύει αλλά αυτό δεν τεκμαίρεται επαρκώς
Γιατί ο γύπας δεν χρειάζεται να προκαλέσει τον θάνατο για να τραφεί από αυτόν.
Αρκεί να εμφανιστεί μετά πάνω από το «πτώμα».
Ακριβώς έτσι πρέπει να εξετάσουμε και την οικονομία της καταστροφής.
Δεν χρειάζεται να υποθέσουμε ότι κάποιος έβαλε τη φωτιά.
Πρέπει να εξετάσουμε ποιος εμφανίζεται μετά.
Ποιος αναλαμβάνει τις μελέτες.
Ποιος κατασκευάζει τα έργα.
Ποιος διαχειρίζεται τις υποδομές.
Ποιος αποκτά πρόσβαση στη γη.
Ποιος αποκτά πρόσβαση στο νερό.
Ποιος αποκτά μακροχρόνια έσοδα.
Και ποιος τελικά μένει να πληρώνει.
Γιατί ο πολίτης μπορεί να πληρώνει τρεις φορές:
μία με την καταστροφή,
μία με τους φόρους για την αποκατάσταση,
και μία τρίτη φορά μέσα από το κόστος μιας ιδιωτικοποιημένης υποδομής.
Ο ΟΟΣΑ έχει επισημάνει για την Ελλάδα ένα εξαιρετικά σημαντικό πρόβλημα: η χρηματοδότηση της Δασικής Υπηρεσίας, του βασικού φορέα πρόληψης, μειώθηκε σχεδόν 30%, από 116 εκατ. ευρώ το 2010 σε 83 εκατ. ευρώ το 2017, ενώ σε πολλές χώρες οι δαπάνες καταστολής είναι έως και εξαπλάσιες εκείνων της πρόληψης.
Ο ίδιος ο ΟΟΣΑ επιμένει ότι η αντιμετώπιση των πυρκαγιών πρέπει να μετακινηθεί από την καταστολή προς την πρόληψη, τη διαχείριση καύσιμης ύλης, την υγεία των οικοσυστημάτων και την ενσωμάτωση του κινδύνου στις αποφάσεις χρήσεων γης.
Αυτό είναι το πραγματικό παράδοξο:
η πρόληψη προστατεύει τη δημόσια περιουσία, αλλά η καταστροφή δημιουργεί τεράστια ανάγκη για δαπάνες.
Και η κοινωνία πρέπει να αποφασίσει αν θέλει να χρηματοδοτεί περισσότερο την πρόληψη ή να γίνει μόνιμος πελάτης της βιομηχανίας αποκατάστασης.
ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ; ΠΟΙΟΣ ΕΧΕΙ ΤΟ ΝΕΡΟ;
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα.
Όχι αν πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κλιματική αλλαγή.
Φυσικά και πρέπει.
Αλλά με ποιο οικονομικό μοντέλο;
Από τη δεκαετία του 1990 και μετά, η λογική της αγοράς διείσδυσε όλο και περισσότερο σε πεδία που προηγουμένως θεωρούνταν κατεξοχήν δημόσια.
Σήμερα αυτή η διαδικασία συναντά την κλιματική–οικονομική κρίση.
Και τότε εμφανίζεται ένας νέος κίνδυνος:
να βαφτίσουμε την ιδιωτική επένδυση «ανθεκτικότητα», την υποδομή «δημόσια ανάγκη» και τη διαχείριση του φυσικού πόρου «αποτελεσματικότητα».
Όλα αυτά μπορεί να είναι απολύτως νόμιμα.
Το ερώτημα όμως δεν είναι μόνο αν είναι νόμιμα.
Είναι αν υπηρετούν το δημόσιο συμφέρον.
Γιατί η Δημοκρατία δεν τελειώνει εκεί που αρχίζει η επένδυση.
Και το Σύνταγμα δεν είναι διακοσμητικό κείμενο που το θυμόμαστε αφού πάρουμε τις αποφάσεις.
Η διαφάνεια, ο έλεγχος, η περιβαλλοντική αδειοδότηση, η επιστημονική τεκμηρίωση, η δημόσια διαβούλευση και η δυνατότητα δικαστικού ελέγχου δεν είναι γραφειοκρατικά εμπόδια.
Είναι τα φρένα της Δημοκρατίας.
Και όταν υπάρχει φόβος, τα φρένα αυτά είναι ακόμη πιο απαραίτητα.
Γιατί ο φόβος λέει:
«Κάν' το τώρα».
Η Δημοκρατία απαντά:
«Απόδειξέ το πρώτα».
Η αγορά λέει:
«Υπάρχει ευκαιρία».
Η κοινωνία πρέπει να ρωτά:
«Για ποιον;»
Και το κράτος οφείλει να απαντά:
«Για το δημόσιο συμφέρον».
Όχι για το επενδυτικό χαρτοφυλάκιο.
Όχι για τον ισχυρότερο ανάδοχο.
Όχι για τον ταχύτερο επενδυτή.
Όχι για εκείνον που θα προλάβει να αγοράσει φθηνά τη γη της κρίσης.
Γιατί η Ελλάδα έχει ήδη αρκετούς φυσικούς πόρους που δεν πρέπει να ξαναγίνουν αντικείμενο διαπραγμάτευσης πίσω από κλειστές πόρτες.
Το δάσος δεν είναι ομόλογο.
Η καμένη γη δεν είναι λευκή επιταγή.
Το νερό δεν είναι ETF.
Η ανθεκτικότητα δεν είναι χρηματοοικονομικό προϊόν.
ΤΕΛΙΚΑ, ΠΟΙΑ ΚΡΙΣΗ ΑΝΤΙΜΕΤΩΠΙΖΟΥΜΕ;
Εδώ βρίσκεται το μεγάλο ερώτημα.
Έχουμε μόνο κλιματική κρίση;
Ή έχουμε και πολιτική κρίση στον τρόπο με τον οποίο διαχειριζόμαστε την κλιματική κρίση για χάρη της παραφουσκωμένης οικονομίας των χρηματιστηρίων;
Και ακόμη βαθύτερα:
Μήπως η κλιματική κρίση συναντά ένα οικονομικό μοντέλο που έχει μάθει να μετατρέπει κάθε κρίση σε αγορά;
Η ενεργειακή κρίση έγινε αγορά ενέργειας.
Η χρηματοπιστωτική κρίση έγινε νέα χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική.
Η πανδημία δημιούργησε τεράστιες αγορές υγείας, τεχνολογίας και δεδομένων.
Η ενεργειακή μετάβαση δημιουργεί νέα επενδυτικά πεδία.
Και τώρα η κλιματική–οικονομική κρίση δημιουργεί μια νέα αγορά:
τη βιομηχανία της ανθεκτικότητας.
Δάση.
Νερό.
Πλημμύρες.
Πυρκαγιές.
Ασφάλειες.
Υποδομές.
Ενέργεια.
Άνθρακας.
Αναδασώσεις.
Όλα μπορούν να αποκτήσουν τιμή.
Το ερώτημα όμως είναι αν πρέπει όλα να αποκτήσουν ιδιοκτήτη.
Γιατί υπάρχει μια διαφορά που δεν πρέπει να ξεχάσουμε:
Η φύση μπορεί να αποτιμηθεί οικονομικά. Δεν σημαίνει ότι πρέπει να ιδιωτικοποιηθεί.
Και ο φόβος μπορεί να κινητοποιήσει την κοινωνία.
Δεν πρέπει όμως να την απονευρώσει δημοκρατικά.
Γιατί όταν ο πολίτης φοβάται, ζητά σωτήρα.
Όταν ζητά σωτήρα, δέχεται ταχύτητα.
Όταν δέχεται ταχύτητα, χαλαρώνουν οι έλεγχοι.
Και όταν χαλαρώνουν οι έλεγχοι, οι ισχυρότεροι είναι συνήθως εκείνοι που μπορούν να κινηθούν γρηγορότερα.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό διακύβευμα.
Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε την επιστήμη.
Χρειάζεται να προστατεύσουμε τη Δημοκρατία από την εκμετάλλευση του φόβου.
Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε την κλιματική προσαρμογή.
Χρειάζεται να διασφαλίσουμε ότι η προσαρμογή δεν θα γίνει μηχανισμός μεταφοράς δημόσιου πλούτου σε ιδιωτικά χαρτοφυλάκια.
Δεν χρειάζεται να φοβόμαστε την επένδυση.
Χρειάζεται να ρωτάμε:
Ποιος πληρώνει; Ποιος αποφασίζει; Ποιος ελέγχει; Ποιος κερδίζει; Και τι μένει τελικά στην κοινωνία;
Γιατί ίσως η πιο κρίσιμη μάχη της επόμενης δεκαετίας δεν θα είναι μόνο για το κλίμα.
Θα είναι για το ποιος θα ελέγχει τη γη, την ενέργεια, το νερό και τις υποδομές όταν ο φόβος θα έχει γίνει το ισχυρότερο πολιτικό νόμισμα.
Γιατί τότε η κλιματική–οικονομική κρίση θα μπορούσε να γίνει η μεγάλη ευκαιρία για να μετατραπεί ο δημόσιος φυσικός πλούτος σε ιδιωτικό χαρτοφυλάκιο.
Άλλωστε στο τέλος οι πραγματικοί «γύπες» δεν είναι εκείνοι που πετούν πάνω από τα καμένα.
Είναι εκείνοι που περιμένουν να τελειώσει η φωτιά για να αγοράσουν την επόμενη αξία που θα δημιουργήσει η καταστροφή.
Και τότε η πιο κρίσιμη πολιτική ερώτηση δεν είναι:
«Ποιος θα μας σώσει από την κλιματική κρίση;»
Είναι:
ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΕΛΕΓΧΕΙ ΤΟ ΔΑΣΟΣ, ΤΗ ΓΗ, ΤΟ ΝΕΡΟ ΚΑΙ ΤΑ ΔΙΣΕΚΑΤΟΜΜΥΡΙΑ ΤΗΣ «ΑΝΘΕΚΤΙΚΟΤΗΤΑΣ» ΟΤΑΝ Ο ΦΟΒΟΣ ΘΑ ΕΧΕΙ ΚΑΜΨΕΙ ΤΗ ΛΟΓΙΚΗ;
Και αυτή τη φορά η απάντηση πρέπει να δοθεί πριν υπογραφούν οι συμβάσεις