Η τουρκική γλώσσα έχει δανειστεί εκατοντάδες ελληνικές λέξεις, κυρίως λόγω της συμβίωσης των δύο λαών στα παράλια της Μικράς Ασίας, στην Κωνσταντινούπολη και στα νησιά.
Οι περισσότερες λέξεις αφορούν τη θάλασσα, το ψάρεμα, τη γεωργία, αλλά και καθημερινά αντικείμενα. Πολλές από αυτές άλλαξαν επίσης σημασία ή απέκτησαν πιο συγκεκριμένο νόημα: [
1. Ναυτιλία και Ψάρεμα
Οι Τούρκοι, ως λαός που προερχόταν από την κεντρική Ασία, δεν είχαν παράδοση στη θάλασσα, οπότε δανείστηκαν σχεδόν ολόκληρη την ορολογία από τους Έλληνες: [1]
- Liman (Λιμάνι): Από το ελληνικό λιμήν.
- Fener (Φανάρι / Φάρος): Από το ελληνικό φανάριον, χρησιμοποιείται τόσο για τον φάρο στη θάλασσα όσο και για τον φακό/φανάρι.
- Ahtapot (Χταπόδι): Από το οκτώπους / χταπόδι.
- Çipura (Τσιπούρα): Το γνωστό ψάρι.
2. Αλλαγή ή Εξειδίκευση Σημασίας
- Alay (Αλαλάζω / Ειρωνεία): Προέρχεται από το μεσαιωνικό ελληνικό αλλάγιον (που σήμαινε στρατιωτικό σώμα που παρελαύνει με θόρυβο). Στα τουρκικά σήμερα alay σημαίνει ειρωνεία, κοροϊδία, χλευασμός (προφανώς από τον θόρυβο και τα πειράγματα που συνόδευαν τις συγκεντρώσεις).
- Anahtar (Κλειδί): Προέρχεται από τη λέξη ανοιχτήρι. Ενώ στα ελληνικά το ανοιχτήρι πλέον ανοίγει μόνο μπουκάλια ή κονσέρβες, στα τουρκικά κράτησε τη σημασία του κλειδιού για τις πόρτες.
- Efendi (Κύριος / Ευγενής): Προέρχεται από την ελληνική λέξη αφέντης. Στα τουρκικά απέκτησε πολύ πιο ευγενική και επίσημη χροιά. Χρησιμοποιείται όπως το "κύριος" (π.χ. Beyefendi = αξιοτίμητε κύριε) ή ως προσφώνηση ευγενείας στους σερβιτόρους και τους ξένους.
- Kutu (Κουτί): Από το ελληνικό κουτί. Στα τουρκικά χρησιμοποιείται ακριβώς με την ίδια έννοια για κάθε είδους μικρό κουτάκι.
3. Καθημερινή Ζωή και Φύση
- Temel (Θεμέλιο): Από το ελληνικό θεμέλιο. Στα τουρκικά σημαίνει τη βάση, το θεμέλιο μιας οικοδομής, αλλά έχει γίνει και πολύ κοινό ανδρικό όνομα στην περιοχή της Μαύρης Θάλασσας (Πόντος).
- Kilise (Εκκλησία): Από την εκκλησία (μέσω της προφοράς εκκλησιά).
- Kavun (Πεπόνι): Προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό πέπων (μέσω του πεπόνιον -> καβούνι σε κάποιες διαλέκτους).
- Fasulye (Φασόλι): Από το ελληνικό φασόλιον.
Αντιδάνεια (Λέξεις "Μπαλάκι")
Υπάρχουν και λέξεις που έκαναν το ταξίδι Ελλάδα ➔ Τουρκία ➔ Ελλάδα:
- Καμπούρης: Προέρχεται από το αρχαίο ελληνικό καμπύλος. Οι Τούρκοι το πήραν ως kambur (καμπούρης) και το επιστρέψαμε στα νέα ελληνικά ως "καμπούρης".
- Δράμι: Από το αρχαίο ελληνικό δραχμή. Πέρασε στα αραβικά και τουρκικά ως dirhem (μονάδα βάρους) και ξαναγύρισε σε εμάς ως "δράμι" (μεταφορικά: δεν έχει δράμι μυαλό)
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου