Σάββατο 26 Σεπτεμβρίου 2026

τουρκοελληνικα

 

Όταν μια λέξη μεταφέρεται από τη μία γλώσσα στην άλλη, συχνά αλλάζει σημασία. Στα ελληνικά, πολλές τουρκικές λέξεις άλλαξαν νοηματικό φορτίο, στένευαν το νόημά τους, ή απέκτησαν μεταφορική, ειρωνική και υποτιμητική σημασία. [1]
Ακολουθούν χαρακτηριστικά παραδείγματα όπου η σημασία στα ελληνικά διαφέρει από την αρχική τουρκική:
1. Αλλαγή σε πιο αρνητική ή υποτιμητική σημασία
  • Νταβατζής: Στα τουρκικά (davacı) σημαίνει απλώς αυτός που ζητά το δίκιο του στα δικαστήρια / ο ενάγων. Στα ελληνικά άλλαξε εντελώς και σημαίνει τον προαγωγό ή κάποιον που εκβιάζει και επιβάλλεται αυθαίρετα. 
  • Τεκές: Στα τουρκικά (tekke) είναι ο ιερός τόπος λατρείας, το μοναστήρι των δερβίσηδων. Στα ελληνικά η λέξη πήρε εντελώς αντίθετη τροπή και ταυτίστηκε με το παράνομο καταγώγιο, το μέρος όπου μαζεύονταν για να καπνίσουν χασίς. 
  • Τσογλάνι: Στα τουρκικά (iç oğlan) σήμαινε ιστορικά το αγόρι της εσωτερικής υπηρεσίας στα ανάκτορα του Σουλτάνου. Στα ελληνικά κατέληξε να σημαίνει το παλιόπαιδο, τον αλήτη ή τον θρασύ νεαρό. 
  • Καραγκιόζης: Στα τουρκικά (Karagöz) σημαίνει κυριολεκτικά «μαυρομάτης» και είναι ο κεντρικός ήρωας του θεάτρου σκιών. Στα ελληνικά, πέρα από το θέατρο, χρησιμοποιείται ως βρισιά για κάποιον που είναι γελοίος, αναξιόπιστος ή παλιάτσος. 
2. Αλλαγή σε μεταφορική σημασία
  • Ντεμέκ: Στα τουρκικά (demek) είναι το ρήμα που σημαίνει «σημαίνει» ή «δηλαδή». Στα ελληνικά το χρησιμοποιούμε αποκλειστικά με ειρωνική ή αμφισβητούμενη διάθεση, με τη σημασία του «δήθεν» (π.χ. «ήρθε ο ντεμέκ επιστήμονας»).
  • Μπουζούκι: Στα τουρκικά (bozuk) σημαίνει χαλασμένος, σπασμένος. Επειδή ένα συγκεκριμένο είδος σαζιού είχε διαφορετικό κούρδισμα (χαλασμένο ως προς το κανονικό), ονομάστηκε έτσι. Στα ελληνικά, η λέξη έχασε την έννοια του «χαλασμένου» και έγινε αποκλειστικά το όνομα του εθνικού μας οργάνου.
  • Καλπικός: Προέρχεται από το τουρκικό kalp, που σημαίνει κίβδηλος/πλαστός (αλλά και καρδιά). Ενώ στα τουρκικά χρησιμοποιείται κυρίως για πλαστά νομίσματα (kalpazan = παραχαράκτης), στα ελληνικά το επεκτείναμε στον χαρακτήρα των ανθρώπων: «κάλπικος άνθρωπος» είναι ο διπρόσωπος και ανειλικρινής. 
3. Στένωση της σημασίας (Εξειδίκευση)
  • Γιαπί: Στα τουρκικά (yapı) σημαίνει γενικά οποιοδήποτε κτίριο, οικοδόμημα ή κατασκευή. Στα ελληνικά περιορίστηκε μόνο στο υπό κατασκευή κτίριο, αυτό που βρίσκεται ακόμα στα μπετά και στα τούβλα.
  • Μπατζάκι: Στα τουρκικά (bacak) σημαίνει ολόκληρο το πόδι (από το ισχίο μέχρι τα δάχτυλα). Στα ελληνικά το στενέψαμε και εννοούμε μόνο το τμήμα του παντελονιού που καλύπτει το πόδι.
  • Σιχτίρ: Στα τουρκικά (siktir) είναι μια πολύ βαριά, χυδαία βρισιά (σεξουαλικού περιεχομένου). Στα ελληνικά, αν και παραμένει αγενές, έχει χάσει τη χυδαιότητά του και σημαίνει απλώς «φύγε από εδώ» ή «παράτα με» (συχνά ως «άι σιχτίρ»)

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου