Παρασκευή, 25 Ιουλίου 2014

απο το slang.gr

σωβρακολογείς;
Λέγεται αντί του «σοβαρολογείς;», όταν θέλουμε να μειώσουμε τη σημασία των λόγων κάποιου ή απλώς να κάνουμε χαβαλέ.

ο σχιζοφρενής περιπτεράς με το βελόνι
Παραλλαγή τού: «ο σχιζοφρενής δολοφόνος με το πριόνι». Είναι urban legend για έναν σατανικό περιπτερά που τρυπά τα προφυλακτικά με ένα βελόνι, αποτελώντας έμπνευση για πολλά θρίλερ.

σχεσάκιας
Άτομο που επιδιώκει να βρίσκεται συνέχεια μέσα σε σταθερή ερωτική σχέση...που δεν θέλει ή δεν αντέχει να μένει μόνο του για πολύ καιρό

 βυζαντινοφωνίξ
Ο φάλτσος (είτε λόγω απειρίας, είτε λόγω γηρατειών) ιεροψάλτης.
Ο
 βυζαντινοφωνίξ είναι ο ιεροψάλτης που σε ξυπνάει βάναυσα τις (πολύ) πρωινές ώρες της Κυριακής, αν τύχει και μένεις κοντά σε εκκλησία ή αν η τοπική εκκλησία διαθέτει και ευλογημένα εξωτερικά μεγάφωνα. Οι ήχοι του βυζαντινοφωνίξ είναι τόσο πλάγιοι που κοντεύουν να πέσουν κάτω, και στο άκουσμα τους ο μαρμαρωμένος βασιλιάς ξυπνάει ,όχι για να πάρει την Πόλη, αλλά για να πάρει τον πούλο και να ζητήσει πολιτικό άσυλο ως έκπτωτος μονάρχης.

σωβρακοξεσκίστρα
Η κλανιά που είναι τόσο δυνατή, που ξεσκίζει σώβρακο.

αβυζαλέο
Ντεκολτέ που, παρ`όλο το ελπιδοφόρο βάθος του, αποκαλύπτει ένα σχεδόν επίπεδο στήθος (βυζι,κυριολεκτικα "της πλακας"). Το επίθετο απαντά μόνο στο ουδέτερο γένος και σχεδόν αποκλειστικά στη φράση «αβυζαλέο ντεκολτέ».

μπαζοθύελλα
Η συγκέντρωση πολλών άσχημων γυναικών (μπάζων) στο ίδιο σημείο. Είναι το ακριβώς αντίθετο του μουνοθύελλα.

σβερκαρία
Η συνάθροιση ανδρών (σβέρκων) αποκλειστικά ή ανδρών σε υπερβολικό αριθμό συγκριτικά με τις γυναίκες.

γούτσου-γούτσου
Επιφώνημα-χαρακτηρισμός που χρησιμοποιούν (κυρίως) τα κορίτσια σχετικά με την αγκαλίτσα, με το αίσθημα, ή για να αναφερθούν σε κάτι χαριτωμένο, ζουμπουρλούδικο, φλάφικο και ομορφούλι.

Μαλακιστήρι
Ο ηλεκτρικός αναδευτήρας που χρησιμοποιείται κατά την παρασκευή του εθνικού μας ροφήματος, του φραπέ


λιμπά, λυμπά
Οι όρχεις.
Ο Νίκος Σαραντάκος στο βιβλίο"
 Λέξεις που Χάνονται" ( Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου, 2011, σ. 147) γράφει  «η λέξη είναι μεσαιωνική και κατά πάσα πιθανότητα προέρχεται από το ελληνιστικό επίθετο λιμβός (άπληστος, λαίμαργος), από το οποίο προέρχεται και το λιμπίζομαι», καθώς και ότι στην Κύπρο το γράφουν ως «λυμπά» με ύψιλον.
 Ρόφτυμα
Ο καφές που σερβίρεται σε σταθμούς ΚΤΕΛ, καράβια κ.λπ


:.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου