Η φωτιά δεν είναι μια έκτακτη καταστροφή. Είναι η νέα κανονικότητα. Και η Ελλάδα των τελευταίων επτά ετών δεν μετράει μόνο καμένα δέντρα. Μετρά σπίτια, επιχειρήσεις, αγροτικές εκτάσεις, υποδομές και έναν τεράστιο φυσικό πλούτο που χάνεται. Από το 2019 μέχρι σήμερα, στην επταετία Μητσοτάκη, έχουν καεί συνολικά 4,7 εκατομμύρια στρέμματα. Και το κοντέρ δεν σταματά να μετράει… Το 2021 και το 2023 υπήρξαν χρονιές-σοκ, ενώ το φετινό καλοκαίρι ήρθε να υπενθυμίσει ότι η οι φωτιές εξελίσσονται σε μόνιμη οικονομική και κοινωνική απειλή.
Στο φύλλο της 9ης Αυγούστου το Documento άνοιξε τον φάκελο «Φωτιές» αποκαλύπτοντας μια πολιτική που απέτυχε στην πρόληψη και την πυροπροστασία. Στο φύλλο που κυκλοφορεί εκτάκτως αύριο Σάββατο 15 Αυγούστου αποκαλύπτουμε ότι απέτυχε και στην αναδάσωση, αφού τα εκατομμύρια που προορίζονταν για εκεί… κάηκαν.
Το 2020 η κυβέρνηση εξήγγειλε με τυμπανοκρουσίες το «Εθνικό Σχέδιο Αναδάσωσης»: 310 εκατ. ευρώ για 500.000 στρέμματα και 30 εκατομμύρια δέντρα. Τρία χρόνια αργότερα, ο σχεδιασμός είχε ήδη συρρικνωθεί δραματικά. Τα χρήματα και οι στόχοι μετακινούνταν, οι τροποποιήσεις διαδέχονταν η μία την άλλη και το AntiNero αποκτούσε ολοένα μεγαλύτερο βάρος. Μέχρι που η ίδια η κυβέρνηση παραδέχτηκε ότι το 80% των κονδυλίων μεταφέρθηκε από τις αναδασώσεις στην πρόληψη. Ναι, αυτή που, όπως αποδείχτηκε, δεν πρόλαβε και πολλά… Γιατί γελάτε κύριοι;
Το αποτέλεσμα είναι αποκαλυπτικό: ενώ οι εξαγγελίες μιλούσαν για εκατοντάδες χιλιάδες στρέμματα, τελικά ανακοινώθηκε ότι είχαν αναδασωθεί περιοχές συνολικής έκτασης 57.000 στρεμμάτων. Και την ώρα που οι πόροι πολλαπλασιάζονταν, το Ελεγκτικό Συνέδριο κατέγραφε παραλείψεις, καθυστερήσεις και μια πραγματικότητα όπου γίνονται πολύ λιγότερες αναδασώσεις από όσες προγραμματίζονται.
Και το ερώτημα είναι πόσο κοστίζει τελικά αυτή η πολιτική; Γιατί η καταστροφή δεν τελειώνει όταν σβήσει η φωτιά. Ακολουθούν οι αποζημιώσεις, η αποκατάσταση δρόμων και δικτύων, τα αντιδιαβρωτικά και αντιπλημμυρικά έργα, η απώλεια αγροτικής παραγωγής και τουριστικού εισοδήματος. Και φυσικά, οι άνθρωποι που μένουν πίσω.
Στην Αμανή της Χίου, έναν χρόνο μετά την καταστροφική πυρκαγιά του Αυγούστου 2025, σπίτια παραμένουν ερείπια, αποζημιώσεις καθυστερούν και κτηνοτρόφοι αναγκάζονται να ξαναχτίσουν μόνοι τους τις εγκαταστάσεις τους. Κάποιοι περιγράφουν ένα «επιτελικό κράτος» που απουσιάζει. Αλλοι χρειάστηκε να δανειστούν για να μπορέσουν να ξανασταθούν στα πόδια τους.
Και κάπου εδώ εμφανίζεται η μόνιμη δικαιολογία, αυτή της κλιματικής αλλαγής. Κάθε φορά που οι φλόγες καταπίνουν δάση και περιουσίες, το κυβερνητικό αφήγημα επιστρέφει σαν να πρόκειται για μια βολική εξήγηση που απαλλάσσει τους πάντες από τις ευθύνες τους. Μόνο που η κλιματική κρίση δεν εμφανίστηκε το 2019. Η κυβέρνηση γνώριζε τον κίνδυνο, γνώριζε τις προβλέψεις και γνώριζε ότι η πρόληψη και η προσαρμογή στις νέες συνθήκες μπορούν να περιορίσουν δραστικά το κόστος. Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν αλλάζει το κλίμα. Το ερώτημα είναι τι έκανε η κυβέρνηση γνωρίζοντας ότι αλλάζει.
Με τους καπνούς από το καταστροφικό πέρασμα της πύρινης λαίλαπας στο Πόρτο Γερμενό να καπνίζουν ακόμα οι κυβερνώντες υποσχέθηκαν ότι οι πληγέντες θα αποζημιωθούν άμεσα. Ποιος τους πιστεύει όταν στη Χίο, έναν χρόνο μετά, ακόμα περιμένουν;
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου