Σάββατο 17 Οκτωβρίου 2026

απο το Facebook

 Όταν έχεις λεφτά, πολλά λεφτά, είσαι αντωνυμία. Αόριστη μεν, αντωνυμία δε. Είσαι «κάποιος». Έχεις όνομα, έχεις κι επίθετο. Έχεις και παρατσούκλι. Δεν είσαι ένας 90χρονος επιχειρηματίας, είσαι ο Γιώργος Βαρδινογιάννης, για τους πολύ φίλους Γιώργης, για τον κόσμο «καπετάνιος». Για μέρες θα γράφουν και θα λένε για τις ιστορίες σου. Αν ήσουν γαλαντόμος, αν ήσουν αυστηρός. Ακόμα και τις ιστορίες που απειλούσες, έβριζες, τρομοκρατούσες, θα τις παρουσιάζουν ρομαντικά, ως καλτ στιγμές, ως υπέροχα γραφικές.

Όταν δεν έχεις λεφτά, είσαι μόνο η ηλικία σου, ακόμα κι όταν είσαι βαριά τραυματισμένος ή νεκρός ή δολοφονημένος από τον εργολάβο/ εργοδότη σου. Δεν έχεις καν όνομα, πόσο μάλλον παρατσούκλια και φιλικές προσφωνήσεις. Είσαι ο 43χρονος, ο 50χρονος, 59χρονος. Κανείς δε θα μάθει την ιστορία σου, αν ήσουν όμορφος, τι σου άρεσε να κάνεις τον ελεύθερο σου χρόνο, ποιες ήταν οι παραξενιές σου, ποια ήταν τα τελευταία λόγια που είπες στους ανθρώπους σου πριν πας για τελευταία φορά στη δουλειά, τι είχες κάνει το προηγούμενο βράδυ. Στην καλύτερη να μάθουμε την εθνικότητα σου. Αν ήσουν ξένος; Ούτε ένα μονόστηλο. Πετραδάκι που έπεσε στη θάλασσα. Αν ήσουν Έλληνας; Ένα μικρό φάλτσο στο κυρίαρχο αφήγημα, αλλά θα πέσουν πάνω σου τόσες άλλες… ειδήσεις, θα σε καταπιεί ο Καρβέλας, θα σε μεταβολίσει η Βίσση.
Όταν έχεις λεφτά, πολλά λεφτά, θα σταματήσει για ένα λεπτό ο πολιτικός κόσμος να κινείται. «Αιώνιοι εχθροί» της πρωθυπουργικής καρέκλας θα συμφιλιωθούν και θα γράψουν για σένα, θα βγουν ανακοινώσεις, θα γίνουν αναρτήσεις. Θα είναι συντετριμμένοι. Θα διαγωνίζονται ποιος θα πει τα πιο ζεστά λόγια. Οι δημοσιογράφοι θα διακόψουν τη ροή και θα μιλάνε για τη ζωή σου. Πόσο ιερή γίνεται η μνήμη του νεκρού, αν είχε λεφτά. Αλίμονο να ακουστεί η παραμικρή κουβέντα. Ακόμα κι αν είχες πουλήσει πετρέλαιο σε έναν ρατσιστή λευκό γενοκτόνο σπάζοντας το εμπάργκο εναντίον του. Τόσο μικρές λεπτομέρειες μπροστά στον θάνατο -ενός πλούσιου-. Περασμένα ξεχασμένα. Ούτε όσο ζούσε τα θυμόμασταν άλλωστε.
Όταν δεν έχεις λεφτά, ακόμα κι αν δολοφονηθείς από τον εργοδότη σου, κανένα από τα αστικά κόμματα δε θα ασχοληθεί μαζί σου. Στην καλύτερη είσαι ένα γενικό κι αόριστο φαινόμενο, που πρέπει να περιοριστεί μπλα μπλα μπλα. Είσαι ένας αριθμός. Κι αυτός υπό αμφισβήτηση. Σε μέτρησε η ΕΛΣΤΑΤ; Μήπως είσαι νεκρός οφσάιντ; Σκοτώθηκες μέσα στον χώρο της εργασίας σου; Ήσουν της εταιρείας ή κάποιου εργολάβου -λες κι οι εργολάβοι μπαίνουν στα κρυφά δε συσχετίζονται με την εταιρεία- ; Τι ρόλο είχες; Δεν είναι όλοι οι εργαζόμενοι που σκοτώνονται στη δουλειά το ίδιο. Ήσουν με μπλοκάκι; Ήσουν ασφαλισμένος; Είσαι σαν τα πέναλτι της Κυριακής. Ανάλογα τι ομάδα είναι ο άλλος, συμφωνεί ή διαφωνεί με το αν έπρεπε να δοθεί, ανάλογα με το αν είναι κυβέρνηση ή όχι παίρνει θέση αν πρέπει να καταγραφεί ως «εργατικό ατύχημα». Δεν είναι καν δολοφονία. Είναι ατύχημα. Τι κι αν δεν έγινε ποτέ έλεγχος, τι κι αν πετάχτηκαν οι συνδικαλιστικές αναφορές, τα αιτήματα των εργαζομένων. Και μετά τον θάνατό σου πάλι κανένας έλεγχος δε θα γίνει. Για σένα όχι μόνο δε σταματάει κανένας πολιτικός πλανήτης, καμία δημοσιογραφική ροή. Μισή ώρα μετά, με τα αίματα σου ακόμα στο σημείο, οι συνάδελφοί σου συνεχίζουν τη δουλειά.
Αν έχεις λεφτά, πολλά λεφτά, αγοράζεις μια ομάδα και ξεπλένεσαι, ό,τι κι αν έχεις κάνει, με όποιον τρόπο κι αν έβγαλες και διατήρησες τα λεφτά, όση διαφθορά κι αν έχεις χρησιμοποιήσει, όσα εγκλήματα. Δεν είσαι πια ο λαθρέμπορας, ο πρεζέμπορας, ο έμπορος όπλων, ο λαδέμπορας στην Κατοχή, το λαμόγιο του κράτους, ο μεγάλος τραπεζίτης που έκλεψε τα λεφτά του λαού, ο παλιός πράκτορας, ο συνεργάτης γενοκτόνων, ο μαφιόζος. Είσαι αυτός που έφερε την παιχταρά και γκρέμισε το αεροδρόμιο, που έκανε τις μεγάλες πορείες στην Ευρώπη, που πήρε τα πρωταθλήματα, που έλεγχε το ποδόσφαιρο, που πόνεσε τους αντιπάλους. Ακόμα κι αυτοί που σε μισούν δεν σε μισούν για τα εγκλήματα που έκανες και συνεχίζεις να κάνεις, αλλά γιατί δεν πήραν ένα πρωτάθλημα, ένα πέναλτι, μια κόκκινη κάρτα.
Όταν δεν έχεις λεφτά, δεν έχεις ομάδα, έχεις χρέη, απλήρωτους λογαριασμούς, υποχρεώσεις που τρέχουν, ένα κρύο σπίτι, ένα τριμμένο ρούχο που δεν το πετάς. Δουλεύεις ακραίες ώρες για να έχει λεφτά, πολλά λεφτά, ο άλλος. Το ηθικό σου κατακρεουργημένο, η αυτοπεποίθησή σου στα τάρταρα, μια ζωή στην ανασφάλεια, στο άγχος, στην καταπίεση. Ευτυχώς που υπάρχει κι η ομαδάρα την Κυριακή να ξεσπάς λίγο. Έχει κάνει καλές μεταγραφές φέτος ο πρόεδρος. Κρίμα να μην του περισσέψουν λίγα και για την ασφάλειά σου στο διυλιστήριο.
Αν έχεις λεφτά, πολλά λεφτά, μπορείς να κυκλοφορείς με όπλο, να είναι το όνομά σου μπλεγμένο ακόμα και με δολοφονίες και να μη δίνεται καμία απάντηση ποτέ, να μπαίνεις στα αποδυτήρια και να τρομοκρατείς κόσμο, μπροστά στις κάμερες να ξεφτιλίζεις αστυνομικούς, να τους φωνάζεις, να τους απειλείς κι αυτοί να κρύβονται, να πηγαίνουν κι άλλοι αστυνομικοί και να σε ψέγουν που τα έβαλες με τον άρχοντα.
Αν δεν έχεις λεφτά μπορεί και σε έναν τυπικό έλεγχο, σε μια διαδήλωση, σε μια μικροπαρανομία, σε μια προσαγωγή, να βρεθείς νεκρός με 36 κάλυκες γύρω σου, να βρεθείς χρεωμένος με άλλες 10 άσχετες κατηγορίες, να φας ξύλο μέχρι εμφράγματος κι εσύ κι ο πατέρας σου, να διαπομπευτείς, να σε σέρνουν στα δικαστήρια για πάντα.
Λένε ότι μπροστά στον θάνατο είμαστε όλοι ίσοι. Όχι, ο θάνατος πέρα από το βιολογικό φαινόμενο, έχει πολλές κοινωνικές διαστάσεις. Όπως κι η ζωή. Κι ούτε εκεί είμαστε ίσοι. Δεν πεθαίνουμε στην ίδια ηλικία αφεντικά και δούλοι, δε ζυγίζεται το ίδιο η απώλεια, δεν αναζητούνται με τον ίδιο τρόπο τα αίτια, δεν υμνείται με τον ίδιο τρόπο η ζωή που χάθηκε. Όταν όλη σου η ζωή δεν έχει αξία, γιατί να έχει ο θάνατός σου;
Κι ίσως θα μου πεις δε γίνεται όλες οι ζωές να αφήσουν το ίδιο αποτύπωμα. Να μην είμαστε αιθεροβάμονες. Έχει μια βάση αυτό. Τουλάχιστον, ας ονειρεύομαι έναν κόσμο που η αξία της ζωής δε μετριέται σε ευρώ, ράβδους χρυσού, μετοχές, συμφωνίες, καταθέσεις, ομόλογα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου