Φοβεροτρομερή, αποκλειστική, αποκαλυψάρα, μην τη χάσετε!
Εκεί που όλα πηγαίνανε ακροδεξιά για τον πρωθυπουργο, εμφανίστηκε το πρόβλημα με τα ραδιοφάρμακα, που δεν μπορούσανε, λέει, οι υποτακτικοί του να μεταφέρουνε στο ΠΑΓΝΗ στο Ηράκλειο, επιδή οι αγρότες την προηγούμενη μέρα και για έξη ολόκληρες ώρες είχανε αποκλείσει το αεροβρόμιο.
Και τον πιάσανε τα αριστερά διαόλια του τον αφέντη κι άρχισε να βρίζει θεούς και δαίμονες, λόγω της γνωστής ευαισθησίας του για τους αρρώστους και ιδιαίτερα γι' αυτούς που δεν έχουνε μήτε σάλιο για να τον φτύσουνε.
Βγήκανε και οι γνωστές παλακίδες του με τα μολυβοκόντυλα από τις τρύπες τους κι αρχίσανε να τσιρίζουνε πως πεθαίνουν οι άρρωστοι λόγω του ραδιοφάρμακου που το 'μποδίζανε οι βοσκοί να μεταφερθεί στο νοσοκομείο, βγήκε κι ένας καθηγητάκαρος και τάιζε με θανατολογία τις παλακίδες για να μπορούν να τριρίζουν ακόμη πιο πολύ και τσουπ έσκασε και η πορδή που έμαθε ξαφνικά ότι το ραδιοφάρμακο είναι ραδιοφάρμακο και δεν είναι μπογιά για τ' αβγά και άρχισε κι αυτός να τσιρίζει μαζί με τις παλακίδες που τσιρίζανε μαζί με τον προφέσορα.
Και εντός αυτού του καγκέλου της εκδιδομένης γυναικός, τα έλαβε στο κενό κρανίο του ο πρωθυπουργός και συγκάλεσε κατεπείγον υπουργικό συμβούλιο, προκειμένου να βρεθεί τρόπος να μεταφερθεί το ραδιοφάρμακο στο Ηράκλειο και να σταματήσουν οι τσιρίδες της πορδής, του προφέσορα και των μολυβοφόρων παλακίδων.
Μαζεύτηκαν, λοιπόν, οι ιππουργοί μα άκρη δεν βρισκότανε στο φοβερό πρόβλημα.
Έλεγε ο ένας "να ψεκάσουμε με χλωροφόρμιο τους αγρότες και ν' ανοίξουν οι δρόμοι", ο άλλος πρότεινε "να κάμομεν χρήσιν μαζικών όπλων", ο "τρίτος όλο ρωτούσε "ρε παιδιά, τι διάολο είναι αυτό το φάρμακο για τα ραδιόφωνα;" και ο πρωθυπουργός μήτε που άκουγε, γιατί μιλούσε με τον Γεραπετρίτη για μια μεγάλη δουλειά που θα μπορούσε να πάρει ο πεθερός του, την κατασκευή μιας γέφυρας που θα ένωνε την Αθήνα με την Κρήτη κι έτσι τον κώλο τους να χτυπούσανε κάτω οι αγρότες, δεν θα μπορούσανε να 'μποδίζουνε τη μεταφορά του ραδιοφάρμακου.
Σαν τελείωσε το ιππουργικό συμβούλιο και δεν είχε βρεθεί άκρη, ο πρωθυπουργός σφύριξε τη λήξη, γιατί έπρεπε να πάει στο γυμναστήριο.
Την ώρα που έβγαινε από την αίθουσα, πήρε το αφτί του μια κουβέντα που είχανε ένας ελαιοχρωματιστής που έβαφε ένα κατωκάσι του διαδρόμου και ένας υδραυλικός που ξεβούλωνε μια αποχέτευση.
Έλεγε ο βαφέας "Τι μαλακίες είναι αυτές ρε, γιατί δε φορτώνουνε το ραδιοφάρμακο σ' ένα στρατιωτκό αεροπλάνο και να το πάνε στο στρατιωτικό αεροδρόμιο του Ηρακλείου;"
Απαντούσε ο βοθρατζής "κι άντε ρε, δεν έχουνε εύκαιρο στρατιωτικό αρεοπλάνο, γιατί δεν το πάνε μ' ένα ελικόπτερο, σαν κι εκείνο που πήγε τον Κούλη και τη Μαρέβα στα πόδια του Λιγνάδη;".
Άκουσε ο πρωθυπουργός αυτές τις κουβέντες και αποφάσισε πως πλέον ήταν αργά να κάνει οτιδήποτε, αφού οι αγρότες είχανε ήδη φύγει από το αεροδρόμιο, και συνέχισε το δρόμο για το γυμναστήριο.
Και οι παλακιδογράφοι και ο προφέσορας και η πορδή, συνέχιζαν να τσιρίζουν και να βλαστημούν τους αγρότες που έφυγαν από το αεροδρόμιο, και δεν έκατσαν ακόμη καμιά βδομάδα, για να 'χουνε λόγο να συνεχίσουνε τας τσιρίδας.
Ρε ουστ καραγκιόζηδες, που θαρρείτε πως απευθύνεστε σε ούγκανα!
Τέλος και τω Θεώ δόξα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου