Η
είδηση δεν είναι από τις συνηθισµένες, αλλά αυτό που αποκαλύπτει ότι
ζούµε πλέον είναι συνήθεια. Μια γυναίκα µήνυσε τη θεία της γιατί την
αποκάλεσε «χοντρή» και ο εισαγγελέας άσκησε δίωξη στη µηνυόµενη µε βάση
τον «αντιρατσιστικό νόµο». Η εξέλιξη αυτή µοιάζει µε κάτι άκρως
ριζοσπαστικό και προοδευτικό και µου θυµίζει µια φράση που κάνει θραύση
στις ταινίες, τη «δεν σε κρίνω», και δείχνει να καθιερώνεται ως µέγιστη
κοινωνική προσφορά. Να µην κρίνουµε, όχι «ίνα µην κριθούµε» κατά το
θρησκευτικό πρότυπο, αλλά γιατί έτσι πρέπει.
Το θέµα
δεν είναι τόσο απλό όσο φαίνεται. Αντιθέτως είναι βαθιά φιλοσοφικό και
πολιτικό και εντάσσεται (άσχετα αν δεν φαίνεται) στο πώς θέλουν κάποιοι
να λειτουργεί η κοινωνία. Το να κατηγορείς οποιονδήποτε γι’ αυτό που
είναι ως µορφή, σωµατική διάπλαση, εµφάνιση είναι κάτι άκρως
προβληµατικό, που όµως αποκαλύπτει πόσο χαµηλού επιπέδου είναι όσοι
αποδίδουν τέτοιες κατηγορίες. Αποτελεί έλλειψη πολιτισµού, αγωγής και
ικανότητας να κρίνεις µε βάση την εικόνα και όχι τη ζωή. ∆εν µπορεί να
είναι ποινικό θέµα. Αλίµονο στην κοινωνία που χρειάζεται νοµική επιβολή
για να κατακτήσει το επίπεδο πολιτισµού που απαιτείται και να καταλήξει
σε αστυνόµευση των λέξεων.
Το
παράδειγµα µε τη θιγόµενη κοπέλα δεν είναι µοναδικό. Η κοινωνία φαίνεται
να αρνείται θεµελιώδεις κατακτήσεις της, γιατί πρέπει να συµµορφωθεί
(στο όνοµα της απόρριψης της στερεοτυπίας) σε νέες στερεοτυπικές µορφές.
Στην πραγµατικότητα µπαίνουµε σε ένα κυνήγι µαγισσών, όπου αυτόκλητοι
και πολλές φορές ηµιµαθείς που χρειάζονται επιβεβαίωση θα παίζουν τον
ρόλο του χωροφύλακα των λέξεων.
Η κρίση του
ανθρώπου αποτελεί βιολογική λειτουργία του και η ελεύθερη και
ανεµπόδιστη κρίση είναι βάση της δηµοκρατίας. Κανένας δεν µπορεί να
αναγκάσει κάποιον να µην κρίνει, ενώ την ίδια ώρα κάθε κρίση βρίσκεται
και αυτή υπό την κρίση των άλλων. Αυτή η διαδικασία γίνεται τρόπος
λειτουργίας της ελεύθερης κοινωνίας, η οποία δεν κρίνει µόνο, αλλά
απορρίπτει και τις επιβλαβείς και προβληµατικές κρίσεις. Το «δεν σε
κρίνω» δεν είναι κατάκτηση, αλλά πρόσκληση σε απώλεια βασικής
ανθρώπινης, δηµοκρατικής λειτουργίας. Η ανάγκη οι άνθρωποι να είναι
διακριτικοί, να µην προσβάλλουν και να ανταποκρίνονται σε κανόνες καλής
συµβίωσης δεν µπορεί να οδηγεί στην απώλεια έκφρασης και κρίσης. Αν
καθιερωθούν κυνηγοί και χωροφύλακες λέξεων, που επιβάλλουν ή απαγορεύουν
την κρίση, η κοινωνία δεν θα γίνει καλύτερη. Απλώς θα µεταφέρει το
πεδίο της κρίσης από τον κάθε άνθρωπο και την ωριµότητά του στην κρίση
των «ειδικών» και «εκπαιδευµένων» στο cancel.
Σε
οριακές καταστάσεις, η κοινωνία αποδέχεται την επέµβαση του νόµου
προκειµένου να προστατευτεί. Η απαγόρευση ρατσιστικής φρασεολογίας και
τακτικής ή της πολιτικής των διακρίσεων είναι απαραίτητη για να
προστατευτεί η κοινωνία. Ο ρατσισµός είναι ιδεολογία µίσους που αποδίδει
διαφορετική αξία και δικαιώµατα σε ανθρώπους µε βάση τη φυλετική ή
εθνοτική τους ταυτότητα, οδηγώντας σε βία, διακρίσεις και άνιση
µεταχείριση. Είναι µια απειλή για την κοινωνία και τους ανθρώπους. Η
πολιτική των διακρίσεων (επειδή π.χ. κάποιος είναι γκέι) καταστρατηγεί
τις αρχές της δηµοκρατίας και βλάπτει τους ανθρώπους.
Το
να αποκαλέσεις κάποιον µε τα φυσικά χαρακτηριστικά που έχει δεν είναι
διακριτικό, συνιστά αγένεια, αµορφωσιά και έλλειψη πολιτισµού, αλλά δεν
είναι ρατσιστικό ή πολιτική διακρίσεων. ∆ιάκριση θα είναι αν κάποιος
χάσει τη δουλειά του επειδή είναι χοντρός ή κοντός ή ξανθός.
Τις τελευταίες δεκαετίες
η κοινωνία δείχνει να κινείται παράλληλα µε τον παραλογισµό.
Αποδεικνύεται ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στο αλεύρι. Είναι έτοιµη να
καταδικάσει κάποιον επειδή καπνίζει, αλλά µπορεί κάλλιστα να ανεχτεί
φαινόµενα διακρίσεων µεταξύ πολύ πλουσίων και πολύ φτωχών, αποδίδοντας
µάλιστα αυτή την ανισότητα σε ικανότητα του ισχυρού.
Στην
καθηµερινότητα, ανοιχτά προωθούνται και επιβάλλονται θεωρίες
«θετικότητας». Οι άνθρωποι πρέπει να αγνοούν τα αρνητικά και να
κινούνται στη σφαίρα του τεχνητά θετικού. Μπορεί κάποιος να παίρνει 800
ευρώ τον µήνα, να µην µπορεί να ζήσει, αλλά οφείλει να µη σκέφτεται
αρνητικά, να µην γκρινιάζει, να αυτοβελτιώνεται και να εξασφαλίζει
εσωτερική ηρεµία. Γίνεται µια συνεχής προσπάθεια λεκτικής ωραιοποίησης
της ζωής. Ο πόνος και η δυσκολία αντιµετωπίζονται ως αρρώστια και όχι ως
αδιαίρετη πλευρά της ζωής που οδηγεί στη διαµόρφωσή µας. Αν κοιτάξετε
σήµερα τα σχολεία και µιλήσετε µε εκπαιδευτικούς, θα καταλάβετε ότι η
κατάσταση είναι δραµατική. Ο παιδευτικός ρόλος του δασκάλου έχει
αντικατασταθεί µε συµπεριφορολογία και συνεχή αυτοέλεγχο της
συµπεριφοράς του και των λέξεων. Ανά πάσα στιγµή µπορεί να βρεθεί
απέναντι στον οργισµένο γονιό γιατί µίλησε άσχηµα στο παιδί, απέναντι
στο αλαζονικό κακοµαθηµένο παιδί, αλλά ακόµη και στο δικαστήριο.
Στην πολιτική
υπάρχει αντίστοιχο µοτίβο. Τα κόµµατα καλούνται να συµπεριφερθούν και
όχι να λύσουν προβλήµατα. Οι πολιτικοί αξιολογούνται µε τον «πολιτικό
τους πολιτισµό» και όχι την πολιτική ευθύνη. Η µετριοπάθεια
χαρακτηρίζεται προτέρηµα αντί για υποταγή. Ο πολιτικός πρέπει να απαιτεί
και «όχι» να καταλαβαίνει γιατί δεν πρέπει να µιλάει και να πράττει. Ή
να µιλά βολικά. Τα κόµµατα από τη φύση τους είναι οργανισµοί
αντιπαράθεσης για το καλό της κοινωνίας. Σήµερα η αντιπαράθεση
βαφτίζεται τοξικότητα.
Μέσα από διάφορες
εφευρέσεις ψυχολογικού τύπου, ο άνθρωπος οριζόντια δεν πρέπει να
θυµώνει, πρέπει να κατανοεί και στην κατάληξη δεν πρέπει να απαιτεί. Σε
λίγο οι αεροπορικές εταιρείες, το δηµόσιο, οι εταιρείες επικοινωνίας θα
βαθµολογούν συµπεριφορές και θα µπορούν να σε αποκλείσουν από
συνταγµατικά δικαιώµατα που έχεις επειδή διαµαρτυρήθηκες ή διεκδίκησες
το δίκιο σου. Θα γίνεσαι cancel σε µια γιγαντιαία πλατφόρµα όπου θα
υπάρχεις ή θα γίνεσαι ανύπαρκτος.
Πολιτισµός,
ανθρώπινος πολιτισµός, δεν είναι να καθιερώσουµε νέες στερεοτυπίες
απέναντι στις παλιές ούτε να δώσουµε δικαίωµα ιδιότυπου εισαγγελέα σε
ειδήµονες του επιτρεπτού. Πολιτισµός είναι η λειτουργία της κοινωνίας
µέσα από τις αντιθέσεις της µε ζητούµενο να γίνεται καλύτερη.
Εκπολιτισµός δεν είναι η απαγόρευση των λέξεων. Υπάρχουν και θα υπάρχουν
λέξεις που αποτυπώνουν το καλό ή το κακό, το όµορφο ή το άσχηµο, το
αποδεκτό ή το ενοχλητικό. Το πρόβληµα δεν είναι οι λέξεις, αλλά αν
υπάρχει αυτό που εννοούν. Είναι τραγικό το φαινόµενο που περιγράφει η
λέξη «φτώχεια» να µην είναι προβληµατικό, αλλά να µας βαραίνει η λέξη µε
την οποία θα χαρακτηρίσουµε τον άντρα ή τη γυναίκα που κάνει σεξ επί
πληρωµή.
Αυτό που επιχειρείται δεν
είναι εκπολιτισµός, αλλά η αποµάκρυνση από τις αιτίες των πραγµάτων και
επιβολή φόρµας. Θα στερείσαι το δικαίωµα (της κρίσης, για παράδειγµα)
για να είσαι συµβατός µε τη φόρµα. Αυτός που την ορίζει δεν θα είσαι
εσύ. Θα είναι αυτοί που διαχρονικά χρησιµοποιούν ωραίους όρους και
περιγραφές για τα χειρότερα πράγµατα. Το υπερκέρδος, που µάλιστα σχεδόν
πάντα είναι ληστρικό, το ονοµάζουν ανάπτυξη.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου