Κυριακή 7 Ιουνίου 2026

Κωστας Βαξεβανης

 

Ισως την ώρα που γράφονται αυτές οι γραµµές να έχει ήδη συµβεί το πρωτοφανές στα πολιτικά χρονικά. Ο Σωκράτης Φάµελλος, σε µια επιχείρηση «Μεταφορές ο Σωκράτης», έχει φορτώσει όλη την οικοσκευή του ΣΥΡΙΖΑ σε νταλίκες για να την παραδώσει σε ένα άλλο κόµµα, το οποίο µάλιστα έχει δηλώσει ότι δεν θέλει συνεργασίες µε κόµµατα. Η συγκεκριµένη δήλωση είναι προφανώς και η εξήγηση γιατί η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ προχωρά στη ρευστοποίηση αντί να επιδιώξει αγορά µετοχών στη νέα αριστερή πραγµατικότητα µε ένα ισχυρό κόµµα.

Τα υπόλοιπα περί ανάγκης για την ενότητα της Αριστεράς είναι η αισχρή ιδεολογικοποίηση των προσωπικών βλέψεων. Για να είµαστε ακριβοδίκαιοι, η τακτική της παράδοσης του ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησε πριν από µήνες και δεν αφορά µόνο τον Σωκράτη Φάµελλο. Βουλευτές και στελέχη του κόµµατος, αντί να λειτουργήσουν ως το µεγαλύτερο κόµµα της αντιπολίτευσης, διατηρούσαν στάση αναµονής ετεροπροσδιοριζόµενοι από τις κινήσεις του Αλέξη Τσίπρα. Στην πραγµατικότητα ήταν σε στάση προσµονής. Περίµεναν τον πρώην πρόεδρο του ΣΥΡΙΖΑ να τους δώσει χώρο στο νέο κόµµα, όπου θα µπορούσαν να τοποθετήσουν την καρέκλα ή κάποιον θρόνο. Οταν κατάλαβαν ότι ο Αλέξης Τσίπρας σκόπευε ταυτόχρονα να τους καταδείξει ως υπεύθυνους της συντριπτικής εκλογικής ήττας του 2023 αλλά και να κάνει συµφέρουσα διαλογή µέσω face control ήταν αργά.

Ο Αλέξης Τσίπρας, γνωρίζοντας το έλλειµµα ηγεσίας στον ΣΥΡΙΖΑ αλλά και τη δική του πρόσβαση στον χώρο, καλλιέργησε την «ανάγκη ενότητας της Αριστεράς», κατέλαβε µε τον τρόπο αυτό τις προσδοκίες και την πρωτοβουλία των κινήσεων και εκµεταλλεύτηκε τη σύγχυση που δηµιουργούσε ο Φάµελλος. Τελικώς ο Τσίπρας ξεκαθάρισε πως δεν ήθελε κάποια ενότητα µέσω διαλόγου και ισότιµων διαδικασιών (είχε κάθε δικαίωµα για κάτι τέτοιο) αλλά επιδίωκε να φυγοκεντρίσει τον ΣΥΡΙΖΑ και να διαλέξει τα υλικά του διαχωρισµού που πέτυχε. Η Κουµουνδούρου είναι πλέον ένα διαµετακοµιστικό κέντρο, logistic center, στη µεταφορά που διεκπεραιώνει ο Σωκράτης Φάµελλος, ευελπιστώντας φαντάζοµαι ότι θα εκτιµηθεί ως αχθοφόρος.

Η περιπέτεια του ΣΥΡΙΖΑ ωστόσο δεν είναι θέµα αποκλειστικά ΣΥΡΙΖΑ. Καταδεικνύει µεν την ποιότητα της Αριστεράς και την πραγµατική σχέση της µε αρχές και ηθική (το κακό µε το ηθικό πλεονέκτηµα είναι ότι χρειάζεται και απόδειξη), αλλά όσα συµβαίνουν στο συγκεκριµένο κόµµα σχετίζονται µε το πολιτικό σύστηµα στο σύνολό του.

Η διγλωσσία των στελεχών και των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ, η προσήλωσή τους όχι στα κοινωνικά προβλήµατα αλλά στο στενό προσωπικό συµφέρον, η ευκολία µε την οποία επικαλέστηκαν τα µεγάλα ζητούµενα (όπως η ενότητα της Αριστεράς) για να καταλήξουν να περιφέρουν τη βουλευτική έδρα σε δηµοπράτηση δεν είναι τυχαία χαρακτηριστικά.

Βουλευτές που εκλέχτηκαν µε την ψήφο όσων ψήφισαν ΣΥΡΙΖΑ περιφέρονται εδώ και µήνες σε εκδηλώσεις άλλου κόµµατος και οµιλούν πλέον τα πολιτικά σανσκριτικά για να δικαιολογήσουν µια στάση που δεν έχει καµία σχέση µε την ηθική της Αριστεράς. Εχοντας ενδεχοµένως κάνει τις συµφωνίες τους ή, στο πιο αθώο σενάριο, δείχνοντας προσφερόµενοι στο νέο κόµµα Τσίπρα, µεγιστοποιούν την καταστροφική συµπεριφορά που επιδείκνυε ο ΣΥΡΙΖΑ την περίοδο της αντιπολίτευσης: γίνονται χειριστές προσωπικών συµφερόντων και φτηνού τακτικισµού.

Ο Γιάννης ∆ραγασάκης υπήρξε ιστορικό στέλεχος της Αριστεράς. Παρά µερικούς ψήφους θα ήταν γενικός γραµµατέας του ΚΚΕ αντί της Αλέκας Παπαρήγα. Ηταν από τα στελέχη του Συνασπισµού και αναπληρωτής υπουργός στη συγκυβέρνηση Ζολώτα. Εγινε αντιπρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ και υπουργός του Τσίπρα. Πριν από µερικές µέρες, µετά την παράδοση της βουλευτικής έδρας από την Εφη Αχτσιόγλου, η οποία την κατείχε ως εκλεγείσα µε τον ΣΥΡΙΖΑ, ο Γιάννης ∆ραγασάκης πήρε την έδρα. Ο πρώην υπουργός έχει δηλώσει εδώ και µήνες ότι δεν έχει και δεν θέλει να έχει καµία σχέση µε τον ΣΥΡΙΖΑ. Παρ’ όλα αυτά πήρε την έδρα ΣΥΡΙΖΑ και δηλώνει ανεξάρτητος βουλευτής. Στα 80 χρόνια του ο ∆ραγασάκης, χορτασµένος από πολιτική, αξιώµατα και αναγνώριση, αποφάσισε να παραλάβει τη βουλευτική έδρα ενός κόµµατος στο οποίο δεν ανήκει πλέον για να την παραδώσει σε κάποια µελλοντικά σχέδια.

Ο ∆ραγασάκης είναι το πιο εµβληµατικό παράδειγµα πολιτικού καιροσκοπισµού των ηµερών. ∆εν είναι ο µόνος. Οι βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ που είναι ήδη εκτός κρατούν την έδρα και τον µισθό, αντί να εγγράψουν µια πράξη αξιοπρέπειας και θάρρους στην ιστορία τους. Αντί να χάσουν µισθό, προτιµούν να χάσουν όλα τα αξιακά στοιχεία που επικαλούνται ως βάση της αριστερής τους συνείδησης.

Επιµένω όµως ότι ο εκφυλισµός που παρατηρείται στον ΣΥΡΙΖΑ ως κρίση µετά τις ήττες είναι χαρακτηριστικό του πολιτικού συστήµατος. Για πρώτη φορά υπάρχουν στη Βουλή 40 ανεξάρτητοι βουλευτές. Για τους δηµοσιολόγους συνήθως µεταφράζεται ως ρευστότητα του πολιτικού συστήµατος. ∆εν πρόκειται για ρευστότητα που δηµιουργείται από τον επανακαθορισµό των πολιτικών δυνάµεων, αλλά για ώσµωση που εµφανίζεται λόγω της οµογενοποίησής τους. ∆εν ζούµε το τέλος των ιδεολογιών και της πολιτικής. Οι ιδεολογίες υπάρχουν όσο υπάρχουν κοινωνικές/ταξικές αντιθέσεις που πρέπει να εκφραστούν. Απλώς ζούµε τη συντριπτική ήττα των πολιτικών δυνάµεων που εκφράζουν τους αδύναµους.

Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισµού η Αριστερά και η σοσιαλοδηµοκρατία δεν µπόρεσαν να βρουν τι εκφράζουν και ποιο ήταν το πεδίο τους. ∆εν εµβάθυναν στις αντιθέσεις για να διαµορφώσουν πολιτικές επιλογές και ιδέες. Από τη µια µεριά αποδέχτηκαν τα νεοφιλελεύθερα αφηγήµατα της αγοράς, της τεχνοκρατίας και της συναίνεσης και από την άλλη κράτησαν τη διαµαρτυρία ως πολιτική performance. Πολύ συχνά η διαµαρτυρία δεν αφορούσε το ίδιο το υποκείµενο της Ιστορίας, τον άνθρωπο, αλλά τεχνητούς υποκειµενικούς προσδιορισµούς.

Η Αριστερά σε κάθε µορφή της στην Ελλάδα είναι έτοιµη να διαµαρτυρηθεί χωρίς να εξετάσει το δίκιο, την ουσία της διαµαρτυρίας ή τη σύνδεση µε κάποιον ουσιαστικό σκοπό. Και ναι µεν θα µπορούσε να κάνει ακόµη κι αυτό, αλλά το πρόβληµα είναι ότι το κάνει για να µη χρειαστεί να το εντάξει σε µια στρατηγική ή πλαίσιο ιδεών. Τα δικαιώµατα του υπογαστρίου, για κάποιον λόγο που δεν φαίνεται να έχει λογική εξήγηση, είναι πιο οικεία στη σύγχρονη Αριστερά από το δικαίωµα στην επιβίωση. Οταν η Αριστερά απαρνήθηκε την πολιτική αντιπαράθεση ως στοιχείο της πολιτικής δράσης και δέχτηκε να αντικατασταθεί από ειδικούς και τεχνοκράτες (βλ. Ινστιτούτο Τσίπρα), ταυτόχρονα αποδέχτηκε ότι διεκδικεί θέση στην πολιτική σκηνή και δεν επιθυµεί να την αλλάξει.

Πριν από χρόνια η µεταπήδηση του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη από την Ενωση Κέντρου στην ΕΡΕ χαρακτηρίστηκε Αποστασία. Το ίδιο και η µεταγραφή του Θόδωρου Κατσίκη από τη ∆ΗΑΝΑ του Κωστή Στεφανόπουλου στη Ν∆, που χάρισε την κυβέρνηση στον Κώστα Μητσοτάκη το 1990. Σήµερα οι µεταγραφές βουλευτών από κόµµα σε κόµµα δεν έχουν τίποτα επιβαρυντικό. Η έδρα θεωρείται ιδιοκτησία και τα κόµµατα συγκοινωνούντα δοχεία.

Εξ ορισµού όµως ένας πολιτικός εκλέγεται βουλευτής µε ένα κόµµα, προτάσσοντας το πρόγραµµα του κόµµατος, την ιδεολογία του και τη στρατηγική του. Ο βουλευτής είναι ο ενδιάµεσος και ο διαµεσολαβητής µεταξύ της κοινωνίας που τον εκλέγει και του κόµµατος. ∆εν είναι βουλευτής µε λευκή επιταγή που έχει δικαίωµα να εξαργυρώσει προσωπικά. Το γεγονός ότι σήµερα φαίνεται δικαιολογηµένο οι βουλευτές να περιφέρουν την έδρα ως προσωπική πραµάτεια περιµένοντας πλειοδότη είναι εκτός από κατάντια και ηθική κατάπτωση, ένδειξη για το τι εκπροσωπούν τα κόµµατα. Ενα πολιτικό ζελέ, όπου οι αντιπαραθέσεις είναι επιφανειακές ώστε να δείχνουν διαφορετικότητα και να εξαπατούν. Ζητούµενο θα είναι η διαδοχή στην εξουσία. Γι’ αυτό δεν φτάνει το αίτηµα «να πέσει ο Μητσοτάκης» σκέτο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου