Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2025

Δημ.Ψαθάς//απο τα Δεκεμβριανά

 

ΤΑ ΔΕΚΕΜΒΡΙΑΝΑ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΑ ΜΑΤΙΑ ΕΝΟΣ ΠΑΛΙΟΥ ΕΑΜΙΤΗ - Δημήτρης Ψαθάς, «Ταράτσεν πάρτι»
Ο Δημήτρης Ψαθάς υπήρξε ΕΑΜικός –δεν το ξέρουν όλοι αυτό– συνεργάστηκε με παράνομες εφημερίδες, ήταν αυτός που έβγαλε την ιστορία του Ναπολέοντα Σουκατζίδη, έγραφε στη «Λαοκρατία» μέχρι τη Βάρκιζα. Στη θύελλα που έφερε η ήττα, ο Ψαθάς ακολούθησε τα βήματα των πολλών. Απομακρύνθηκε οργανωτικά από το ΕΑΜ. Ο διαχρονικός κομμουνιστής δημοσιογράφος Νίκος Καραντινός τον θυμάται τελευταία φορά το 1945 στην αποκριάτικη εκδήλωση Αριστερών διανουμένων και καλλιτεχνών στο υπόγειο του Αρσακείου να προσπαθεί να καταπολεμήσει τη γενική κατήφεια τραγουδώντας με βροντερή φωνή “Βροντάει ο Όλυμπος / Αστράφτει η Γκιώνα”. Μετά έστρεψε τα ενδιαφέροντα του στο θέατρο [Φον Δημητράκης], στον κινηματογράφο, στη συγγραφή [ΒΛΕΠΕ 1ο σχόλιο], αναδείχτηκε σε κορυφαία υπογραφή στα «Νέα» αλλά δεν ξερίζωσε από μέσα του τον θαυμασμό του για την Αντίσταση. Ο «Δεκέμβρης» επανέρχεται στη μνήμη του και τον τριβελίζει. Τον κάνει να πει με παρρησία πως δεν τα πάει καλά με τα τουφέκια και πως όπλο του είναι η πένα.
Απολαύστε το θαυμάσιο χρονογράφημα του Ψαθά με την ορθογραφία της εποχής.
*****
ΤΑΡΑΤΣΕΝ ΠΑΡΤΙ
Η μέρα είναι λαμπρή. Κάτω απ’ το σπίτι μου συμβαίνουν πράγματα περίεργα. Στέκομαι στο παράθυρο και βλέπω πολλά παιδιά με όπλα κι έναν που φαίνεται να είναι αρχηγός τους να τους λέη:
– Ακούστε συναγωνιστές. Εσείς θα ακροβολιστήτε εδώ. Εσείς οι άλλοι θ’ ακροβολιστείτε εκεί. Εσείς οι δέκα πιάστε αμέσως εκείνη την ταράτσα. Αν οι Εγγλέζοι δεν χτυπήσουν, δεν θα ρίξετε. Αν σας χτυπήσουν, βαράτε στο ψαχνό. Μπρος! Πάρτε πυρομαχικά!
Ένα αυτοκίνητο έφτασε κάτω απ’ το μπαλκόνι μου κι αδειάζει κάσσες πυρομαχικά. Εν τάξει. Ο αρχηγός δείχνει με το δάχτυλό του την δική μου την ταράτσα κι εξηγεί στα παιδιά πώς πρέπει να ταμπουρωθούν. Βλέπω που τον ακούνε και παίρνουν πυρομαχικά. Αρχίζω να μην αισθάνωμαι καλά γιατί απ’ όσα αντιλαμβάνομαι πρόκειται να συμβούν τα εξής ευχάριστα: Σε πέντε λεπτά θα έχω πάνω απ’ το κεφάλι μου μια ομάδα με ντουφέκια, μ’ ένα πολυβόλο και άλλα ανάλογα. Ο Θεός είχε την καλωσύνη να με πλουτίση με φαντασία που αστραπιαία αρχίζει να καλπάζη στα ωραία γεγονότα που σίγουρα θ’ ακολουθήσουν. Επάνω στην ταράτσα μου το πολυβόλο των ελασιτών.
Απέναντι στον δρόμο το τανκ των Εγγλέζων. Θα κελαϊδά το πολυβόλο απ’ την ταράτσα και θ’ απαντά το τανκ από τον δρόμο. Ανάμεσα, λοιπόν, σ’ αυτόν τον συναρπαστικό διάλογο θα είμαι εγώ ο ευτυχής ακροατής ν’ απολαμβάνω και να χαίρομαι. Βροντά η πόρτα.
– Ποιος είναι;
– Άνοιξε, συναγωνιστής.
– Αμέσως.
Τσακίζομαι ν’ ανοίξω και βλέπω μ’ ευχαρίστηση ότι η φαντασία μου και η πραγματικότητα είναι δύο πράμματα που δεν υπερβάλλουνε πολύ το ένα τ’ άλλο. Ίσα-ίσα, που η πραγματικότητα σήμερα, 4 Δεκεμβρίου του έτους 1944, τρέχει πολύ γρηγορότερα κι’ εγγίζει περιοχές όπου η φαντασία μου στέκεται μουδιασμένη. Δέκα ντουφέκια, ένα πολυβόλο, μια κάσα πυρομαχικά κι ένα καλάθι με χειροβομβίδες είναι οι επισκέπτες μου που τους καλωσορίζω με παγωμένα μειδιάματα.
– Από πού πάνε στην ταράτσα, συναγωνιστή;
– Από δω, συναγωνιστή.
– Ποιος κάθεται στο σπίτι, συναγωνιστή;
Στο σπίτι κάθομαι εγώ και η ευτυχισμένη οικογένειά μου που εσχημάτισε απορημένο ημικύκλιο από πίσω μου και παρακολουθά με ζωηρό ενδιαφέρον. Οπλίζομαι μ’ όλο το απόθεμα της ευγένειας που ήταν δυνατό να διαθέτω και ρωτώ τα ντουφέκια μήπως τυχόν καμιά γειτονική ταράτσα θα τους εβόλευε καλύτερα. Γι’ απάντηση ακούγονται γκραγκ και γκρουγκ τα βήματα των συναγωνιστών που ανεβαίνουν την εσωτερική σκάλα του σπιτιού προς την ταράτσα. Σωπαίνω αξιοπρεπώς και παρακολουθώ. Να την που ανέβαινε κι η κάσσα με τα πυρομαχικά. Να το που ανεβαίνει και το καλάθι με τις χειροβομβίδες. Δεν μένει τίποτε άλλο για να ολοκληρώση την ευτυχία μου παρά το τανκ να ’ρθή απέναντι και να αρχίσει η συναρπαστική στιχομυθία. Ωραία. Πάντως όλα αυτά δεν βοηθούν καθόλου να μου στρώσουν το κέφι που δεν νοιώθω να βρίσκεται σε ανθηρή κατάσταση.
Η λατρευτή μου σύζυγος έχει αποκτήσει μια συμπαθητική χλωμάδα που της δίνει στο πρόσωπο μια απέραντη ευγένεια. Την θαυμάζω. Αλλά κι εκείνη φαίνεται έχει σοβαρούς λόγους να με θαυμάζει περισσότερο.
– Μου φαίνεσαι λίγο χλωμός.
– Περίεργο!
– Τι πρόκειται να γίνη τώρα;
– Τώρα, αγαπητή μου, αν αντιλαμβάνομαι καλά θα γίνουν μέσα στο σπίτι μας πράμματα σπουδαία. Κατά πάσαν πιθανότητα, θα έχωμε επισκέπτες που μπαίνουν απ’ τους τοίχους.
– Πώς δηλαδή;
– Τους τρυπάνε λιγάκι απρεπώς.
– Τι θέλεις να πης;
– Θέλω να πω ότι οι επισκέπτες αυτοί στην αντικειμενική γλώσσα λέγονται οβίδες. Στην υποκειμενική όμως γλώσσα των ανθρώπων λέγονται λαχτάρα. Αν μείνωμε στα μπροστινά δωμάτια, δεν θα προφτάσουμε να τους δεχτούμε, γιατί θ’ αναληφθούμε κι’ οι δυο μας στους ουρανούς. Αν πάμε στα παραπίσω δωμάτια, δεν είναι καθόλου απίθανο να επιμείνουν να φτάσουν ώς εκεί. Υπάρχει όμως και μια άλλη πιθανότητα. Να βάλουν κάτω απ’ την ευτυχισμένη στέγη μας ένα ωραίο πράμμα που το λένε δυναμίτιδα. Τότε εγώ και εσύ, λατρευτή μου, δεν θα έχουμε την τύχη να παρακολουθήσουμε αυτό το αναπάντεχο ελληνοαγγλικό ματς που παρακολουθά τούτη τη στιγμή ολόκληρη η οικουμένη.
– Και τι θα γίνη λοιπόν;
– Εσύ τι λες να γίνη;
– Είσαι ο αρχηγός της οικογένειας. Περιμένω τις αποφάσεις σου. Πάντως χωρίς να θέλω το παράπαν να σε θίξω, νομίζω πως δεν είσαι ενθουσιασμένος απ’ την όλη κατάσταση καθώς διαμορφώθηκε. Δύο λύσεις υπάρχουν. Πρώτον, αν θέλης ν’ ανέβης στην ταράτσα, να πάρης κι εσύ κανένα όπλο. Αν δεν το προτιμάς αυτό, τότε πρέπει να άρης τον κράββατόν μας και να φύγουμε απ’ το σπίτι μας το γρηγορώτερο.
Η λατρευτή μου σύζυγος μου έθεσε το πρόβλημα πολύ ρεαλιστικά, όπως το απαιτούσε η στιγμή. Το όπλο ή τον κράββατον. Ανασκαλεύω τις αναμνήσεις μου να δω μήπως τυχόν ποτέ το όπλο περιλαμβανόταν στον κύκλο των αδυναμιών μου. Όχι μονάχα δεν το βρίσκω αλλά και νοιώθω ένα ελαφρό ρίγος να διατρέχη το κορμί μου, που προσπαθώ να κρύψω για λόγους ευνόητης αξιοπρέπειας. Άξαφνα απ’ την ταράτσα μου ακούεται τραγούδι:
Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα
το δίκηο και τη λευτεριά!…
Τεντώνω το αυτί. Τραγουδάνε! Υπολογίζω ότι ο θάνατος μπορεί να βρίσκεται στον δρόμο και με πιάνει μια ακατάσχετη βιασύνη.
– Τον κράββατον, λατρευτή μου!
– Μπρος, λοιπόν.
– Να σου εξηγήσω το γιατί.
– Περιττό, αγαπητέ μου.
Το χω παράπονο από την λατρευτήν μου σύζυγο ότι ποτέ δεν μου επέτρεψε να της εξηγήσω γιατί την μεγάλην εκείνη ώρα κατέληξα σ’ αυτές τις αποφάσεις. Το ν’ αρπάω ένα ντουφέκι και να χτυπηθώ με την αγγλική αυτοκρατορία μού φάνηκε τόσο τερατώδες εκείνη τη στιγμή, ώστε θα ’πρεπε να κάτσω έναν αιώνα να το συζητώ για να το χωνέψω απλώς. Καθώς κατέβαινα τις σκάλες του σπιτιού μου, βλέπω ένα παιδί ξυπόλητο, είκοσι ετών, ν’ ανεβαίνη πηδώντας μ’ ένα κουμπουροντούφεκο στο χέρι.
– Πούθε πάνε στην ταράτσα, συναγωνιστή;
– Από δω, συναγωνιστή.
– Ευχαριστώ πολύ.
Κι’ ανεβαίνει την ανεμόσκαλα σφυρώντας «Εμπρός ΕΛΑΣ για την Ελλάδα».
■ ΠΟΛΛΕΣ ΦΟΡΕΣ ΕΚΑΤΣΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΤΗΚΑ επάνω στον Δεκέμβρη αν ήταν ένα σφάλμα, όμως ποτέ δεν μπόρεσα να καταλήξω σε συμπέρασμα. Κάθε φορά που το επιχειρώ θυμάμαι το ήρεμο χαμόγελο τούτου του παιδιού που ανέβαινε σφυρίζοντας επάνω στην ταράτσα του σπιτιού μου, μ’ ένα κουμπουροντούφεκο να χτυπηθή με την βρετανική αυτοκρατορία. Κι’ όλες τις λογικές μου σκέψεις τις παρασύρει και τις καταπλημμυρά ο θαυμασμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: